...αυτή είναι η δύναμή μου. Ευαλωτότητα < ευάλωτος + -ότητα < αρχαία ελληνική εὐάλωτος < εὖ + ἁλίσκομαι (παθητική φωνή του ρήματος αἱρέω ) κυριεύομαι από τον εχθρό συλλαμβάνομαι από τον εχθρό συλλαμβάνομαι, γίνομαι αντιληπτός ενώ κάνω κάτι
Για όσο πάει και όσο δεν πάει, θα γράφω εγώ για 'σένα, προτιμώντας λάθη παρά απωθημένα.